Βιογραφία

Ο Γεώργιος Μικιρόζης (*9 Απριλίου 1969) μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον γεμάτο μουσική, καθώς η μητέρα του άκουγε συνεχώς διφορειικά είδη μουσικής στο σπίτι. Από τη συλλογή δίσκων των δεκαετιών του 1950 και του 1960 με διάφορους ερμηνευτές του ροκ εν ρολ, του Twist, του Mambo κ.ά., μέχρι τις πιασάρικες μελωδίες των επιτυχιών της δεκαετίας του 1970 στο ραδιόφωνο και το συναισθηματικό βάθος της ελληνικής λαϊκής μουσικής, ιδίως του «ρεμπέτικου» και της παραδοσιακής μουσικής της Ηπείρου (Βορειοδυτική Ελλάδα) μέσω του παππού του από την πλευρά της μητέρας του, του κλαριντζή Κωνσταντίνου «Αρβανίτη» Αναστασίου. Αυτοί οι ήχοι σημάδεψαν τα πρώτα του χρόνια και τον ενέπνευσαν όχι μόνο να ακούει, αλλά και να τραγουδάει και να χορεύει μαζί.
Το 1987, σε ηλικία 18 ετών, ο Γεώργιος άρχισε να παίζει μπονγκό αυτοδίδακτα. Τον επόμενο χρόνο ανακάλυψε την αγάπη του για τις κόνγκας, το μελλοντικό του κύριο όργανο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αυτό το πάθος τον οδήγησε σε μια φοιτητική στέγη στο Πουέρτο Ρίκο, όπου παρακολούθησε μαθήματα αφροαντιλλιανών κρουστών με τους διακεκριμένους κρουστούς και δασκάλους Λουίς Βελές και Άνχελ «Κατσέτε» Μαλντονάδο. Αυτές οι εμπειρίες διεύρυναν τους ορίζοντές του και τον βοήθησαν να κατανοήσει και να εμβαθύνει στους διάφορετικούς μουσικούς ρυθμούς.

Το μουσικό του ταξίδι τον οδήγησε στη συνέχεια στην Κούβα, όπου σπούδασε αφροκουβανικά κρουστά υπό την καθοδήγηση του διακεκριμένου Tomás «Panga» Rámos. Το 1995, ο Γεώργιος ίδρυσε την ορχήστρα σάλσα «Afincando», η οποία γρήγορα γνώρισε μεγάλη απήχηση και του έδωσε την ευκαιρία να αναπτύξει περαιτέρω τις ικανότητές του ως μουσικός.
Από το 2002, ως κονγκέρο, αποτελεί μέλος του διεθνούς φήμης συγκροτήματος σάλσα και τίμπα «Picason». Η υψηλή ηχητική του αισθητική και ο ευαίσθητος τρόπος παιξίματός του τον έχουν καταστήσει περιζήτητο μουσικό. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, ο Γεώργιος συνεργάστηκε με πολυάριθμους καλλιτέχνες, τόσο εθνικής όσο και διεθνούς εμβέλειας μεταξύ των οποίων οι Eric Wainaina, Ernesto Manuitt, Juan Munguá, James Morrison, Paolo Mendonza, Rolf Stahlhofen, Seven, Emel, Nubya, τήν Ζυρίχης Τζαζ Ορχήστρα (ZJO), καθώς και το Mark Hauser’s Tango & Bolero και το Cuadro Flamenco. Τα μουσικά του έργα καλύπτουν ένα ευρύτερο φάσμα μουσικής, όπως ροκ, ποπ, τζαζ, λατινική τζαζ, βραζιλιάνικη τζαζ, μπιγκ μπάντ, φούζιον, χάουζ, ντραμ εν μπάς, φλαμένκο, καθώς και ελληνική και ανατολίτικη μουσική.
Για το εξαιρετικό μουσικό του έργο, ο Γεώργιος τιμήθηκε το 2004 με το Βραβείο Πολιτισμού του Ράϊνταλ της Ελβετίας.
Από το 2024, ο Γεώργιος παρουσιάζει ένα σολιστικό πρόγραμμα συναυλιών, στο οποίο συνδυάζει «παλιές»μουσικές αγάπες με νέους ήχους, δημιουργώντας μοναδικά σετ και τρόπους ερμηνείας. Η ικανότητά του να συνδυάζει και να ερμηνεύει εκ νέου διάφορες μουσικές επιρροές τον καθιστά έναν εξαιρετικό καλλιτέχνη της σημερινής μουσικής σκηνής.